'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΗΣ ΧΙΟΥ







Κυριακή 3 Φλεβάρη 2008


Γυναίκες στην εξορία στα χρόνια του Εμφυλίου





Παιδιά της Κατοχής, παιδιά του Εμφυλίου, με τις μητέρες τους.  Μεγαλώνουν στην εξορία . Χίος 1949




























Γυναίκες εκτοπισμένες στο Β' στρατόπεδο Χίου στεγνώνουν τα στρωσίδια τους, μετά από την πλημμύρα το φθινόπωρο του 1948




Οι πρώτες εξόριστες έφτασαν στο στρατόπεδο της Χίου στις αρχές Μαρτίου του 1948. Όλες μαζί ήταν 94 γυναίκες και 17 μικρά παιδιά.  Τον Ιούνιο του '48 οι εξόριστες 'γιναν 910 και τα παιδιά 44, ενώ 6  μήνες αργότερα οι γυναίκες έφτασαν τις 1.316 και τα παιδιά τα 52. Το στρατόπεδο ήταν στη δικαιοδοσία της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής των νήσων του Αιγαίου. Διοικητής της Χωροφυλακής στη Χίο ήταν ο συνταγματάρχης Πλυτάκος και διοικητής του στρατοπέδου ο μοίραρχος Χρήστος Ζερβός. Ο Πλυτάκος λίγες φορές παρουσιάστηκε στις εξόριστες, αλλά εκείνες ένιωθαν την παρουσία του μέσα από τις διαταγές του, που, όπως γράφει η Αθηνά  Κωνσταντοπούλου, «σκοπό είχανε να χειροτερεύσουν τη ζωή μας». Ο  διοικητής του στρατοπέδου Ζερβός περιοριζόταν στο τυπικό μέρος των  καθηκόντων του και την πραγματική διοίκηση ασκούσαν ο υποδιοικητής υπομοίραρχος Ν. Δήμου και ο ανθυπομοίραρχος Κ. 
Κουφόπουλος. Η διοίκηση του στρατοπέδου ξεχώρισε 199 γυναίκες, τις  οποίες χαρακτήρισε επικίνδυνες και τις μετέφερε σε ένα σχολείο λίγα μέτρα μακριά από το στρατόπεδο. Τις υπόλοιπες τις ταξινόμησε σε δύο κατηγορίες: Τις «Βουλγάρες» που ήταν συγγενείς ανταρτών και τις  «Ρωσίδες» που θεωρούνταν κομμουνίστριες.
























Το νέο τους νοικοκυριό στο Τρίκερι. Εδώ θα ζήσουν τρία χρόνια


Οι εξόριστες στη Χίο ζούσαν σ' ένα καθεστώς συνεχούς καταπίεσης που μέρα με την ημέρα  γινόταν χειρότερο.
Στόχος των αρχών ήταν  να σπάσει το ηθικό τους και να τους αποσπάσει δήλωση μετανοίας. Στους θαλάμους στους οποίους έμεναν επικρατούσε συνωστισμός, οι 
εγκαταστάσεις  υγιεινής  ήταν  άθλιες,  νοσοκομειακή περίθαλψη   δεν υπήρχε,  το φαγητό ήταν άθλιο  και το νερό λιγοστό. Προαυλίζονταν το  πολύ τρεις  ώρες την ημέρα, δεν είχαν καμία δυνατότητα ψυχαγωγίας, ενώ η ψυχολογική  βία  που ασκούνταν πάνω  τους  για την απόσπαση  δήλωσης  μετανοίας ήταν αφόρητη. Συνηθισμένες ποινές ήταν το κρατητήριο, η  νηστεία, η στέρηση αλληλογραφίας. Βέβαια, για τη στέρηση της 
αλληλογραφίας οι αρχές του στρατοπέδου δε χρειάζονταν αφορμή.
Γνώριζαν την ψυχολογική επίδραση που είχε στις εξόριστες το θέμα και  δεν  έχαναν ευκαιρία να κατακρατούν τα γράμματα, όπως και  τα χρήματα, των θυμάτων  τους  κάνοντας  την κατάστασή τους ακόμη 
πιο αφόρητη  από τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια  που  υπέστησαν  αυτές  οι γυναίκες  το 
χειρότερο  ήταν ο αποχωρισμός των παιδιών  από  τις μανάδες τους.   Η Μαριγούλα  Μαστρολέων  -  Ζέρβα 
γράφει  σχετικά: «Μια μέρα, το πρώτο  δεκαήμερο του 
Ιούνη   (σ.σ. 1948)  ξυπνήσαμε  το  πρωί  και  είδαμε   μια αλλιώτικη   συμπεριφορά. Σε λίγο μπαίνει  μέσα στο κτίριο ο διοικητής με τον Μπατζάρα και  λέει : 
" Όλες οι μωρομάνες στο χολ, με τα παιδιά τους". Μαζεύτηκαν κι άρχισε να τους λέει: " Η μητέρα  Ελλάδα αισθάνεται υποχρέωση απέναντι στα Ελληνόπουλα που κινδυνεύουν  δίπλα  στις  μάνες  Βουλγάρες  που τα δηλητηριάζουν με τον κομμουνισμό, γι'  αυτό  θα τα πάρουμε να τα περισώσουμε". Μόλις ακούστηκε αυτό, άρχισαν και τα πρώτα κλάματα  των  μεγάλων  παιδιών που κατάλαβαν. Άρχισε  η  δραματική στιγμή.  Παίρναν  τα παιδιά από την αγκαλιά της μητέρας και τα φόρτωναν στα καμιόνια. Μπορείτε να φανταστείτε τη σκηνή αυτή; Από μέσα φώναζαν οι μάνες και από έξω
φώναζαν και έκλαιγαν τα παιδιά.  Όσο ήμαστε εξορία, ποτέ δεν έμαθαν οι μανάδες πού  τα είχαν τα παιδιά τους. Τα  είχαν πάει  στα  αναμορφωτήρια  της Φρειδερίκης.  Όταν βγήκαν οι μάνες, παιδεύτηκαν δύο 
και τρία χρόνια για να μπορέσουν να τα πάρουν».


Από τη Χίο στο Τρίκερι





















Τσαγκαρίνες και κορδελιάστρες πρώην εργάτριες. Τώρα επισκευάζουν άρβυλα - σόλες, ψίδια, μπαλώματα. Φτιάχνουν τσόκαρα και πέδιλα για τις γυναίκες και για τα παιδιά στο Τρίκερι




Στις  αρχές Απριλίου του  1949 οι εξόριστες άλλαξαν τόπο  εξορίας και 

από τη  Χίο μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι, ένα μικρό  νησί, μ' ελάχιστους 

κατοίκους στον Παγασητικό κόλπο. Το νησί αυτό χρησιμοποιούνταν ως 

τόπος εξορίας από το καλοκαίρι του 1947. Εκεί μάζευαν αρχικά άνδρες 

εξόριστους  από  διάφορα  μέρη  της Ελλάδας.  Ο αριθμός τους, έως  το 

Μάρτη του 1949 που τους μετέφεραν στη Μακρόνησο, έφτασε τις τρεις 

με τέσσερις χιλιάδες. Αργότερα, μαζί με τους άνδρες φέρνανε στο νησί 

«προληπτικά»  και  γυναίκες  που  προέρχονταν  από  οικογένειες 

ανταρτών.  Σύμφωνα με  την  Βικτωρία  Θεοδώρου, η πρώτη αποστολή 

περίπου  1.200  εξόριστων γυναικών  και παιδιών ξεκίνησε  από τη Χίο, 

με προορισμό το Τρίκερι  στις  4 Απριλίου  του  1949.  Ως το Σεπτέμβρη 

του  ιδίου  έτους  οι εξόριστες  στο νησί μαζί  με  τα  παιδιά  έφτασαν τα 

4.700  άτομα.     Αρχικά  οι εξόριστες  εγκαταστάθηκαν  στα  κελιά  του 

μοναστηριού του νησιού, αλλά όταν ο αριθμός τους μεγάλωσε αρκετά, 

οι περισσότερες ζούσαν σε αντίσκηνα γύρω από το μοναστήρι.           

Το  στρατόπεδο φυλασσόταν  από  στρατιώτες  και η ζωή των γυναικών 

είχε  οργανωθεί  σύμφωνα  με τα πρότυπα των στρατιωτικών μονάδων.

Οι  συνθήκες  διαβίωσης  στο στρατόπεδο  ήταν  άθλιες.    Περισσότερο 

άθλιες  απ' ότι στη  Χίο.   Το συσσίτιο ήταν λιγοστό, 80 δράμια ψωμί και 

όσπρια. Το νερό επίσης. Οι σκηνές το χειμώνα πλημμύριζαν.              

Από άποψη  υγιεινής  δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη και φυσικά ούτε 

λόγος  να γίνεται  για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα 

τουλάχιστον των παιδιών και των ηλικιωμένων.

Καθημερινή, όμως και εξαντλητική ήταν η αγγαρεία που μαζί με τις 

εθνικοφρόνου περιεχομένου διαλέξεις, τις απειλές, τους 

εξευτελισμούς, τη βία αποτελούσαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο το οποίο 

στόχευε στον εξαναγκασμό σε δηλώσεις μετανοίας.

Κι όμως οι γυναίκες άντεξαν. Βρήκαν ακόμη τη δύναμη να μάθουν 

γράμματα και να οργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μικρές 

συναυλίες όπου τραγουδούσαν τραγούδια από διάφορους τόπους της 

Ελλάδας, αλλά και θεατρικές παραστάσεις. 

Η Ελένη Λεύκα περιγράφει: «Ετσι διψασμένες για τη ζωή, 

επιστρατεύουμε η κάθε μία τις δυνάμεις της, ό,τι μπορούμε για να 

γεμίσουμε τη ζωή μας. Οι γιατρίνες μας, οι νοσοκόμες μας φροντίζουν 

τις άρρωστες. Οι δασκάλες και παιδαγωγοί κάνουν μαθήματα, 

φροντίζουμε τα παιδιά μας, άλλες ζυγίζουν τα κάρβουνα, άλλες 

παλεύουν με τις φωτιές των καζανιών της κουζίνας. Κρυφά 

οργανώνουμε κυριακάτικες γιορτούλες με χορούς και σκετς, που πάντα 

στα κείμενά τους έχουν τα έθιμα και τη ζωή του κάθε τόπου... Όσο οι 

μήνες προχωρούν, τόσο η ζωή μας δυσκολεύει. Τα μέτρα που παίρνουν 

οι αρχές γίνονται πιο σκληρά, όσο ο αγώνας των ανταρτών πάνω στα 

βουνά σκληραίνει. Τις νύχτες πέρα στο Πήλιο ακούμε τις μάχες, τις 

εκρήξεις. Κι η κάθε μια αγωνιά, βρίσκεται με τη σκέψη της κοντά στον 

άντρα, στον αδελφό, στο γιο που μάχονται  στο βουνό».









Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ



ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου