'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ο Χριστός… ξανασταυρώθηκε Του καπετάν Μιχάλη Καριάμη










Ο Χριστός… ξανασταυρώθηκε

Του  καπετάν Μιχάλη Καριάμη




Η πρώτη θωριά του τόπου, σου κόβει την ανάσα. Παντού βράχοι και πέτρες. Οι βράχοι μου το ’παν. «Είναι απολιθωμένοι καημοί και αναστεναγμοί γενιών που πέρασαν και πόνεσαν. Το ξέρεις πως είναι της γενιάς σου το πετρωμένο δάκρυ».
 Άγονα, άγρια βουνά με μοναδικό στολίδι, λίγα ξερά φρύγανα κι αγκάθια. Τι άλλο ήταν επιτρεπτό εδώ για να φυτρώσει, χωρίς να βεβηλώσει τη ξερή γη; Χωρίς ο δροσερός βλαστός, που αναίτια και με αναίδεια θα φύτρωνε για να στολίσει και να εκμαυλίσει τον τόπο της γύμνιας, προσβάλλοντας και αθετώντας τους νόμους της σκέψης και τη θέληση του Πλάστη μας.
Αλλεπάλληλοι όμοροι κόλποι και όρμοι, σου δίνουν την απάντηση, πως κράτησε η ζωή σ’ αυτόν τον τόσο αφιλόξενο, κρανίου τόπο. Πάνω που θες να ρωτήσεις, «που πάω», μικρές οάσεις αποσπούν τις σκέψεις σου εναλλάσσοντας την έκπληξη με τον θαυμασμό: Θόλος, Παντουκειός, Λαγκάδα, όπου και η παράκαμψη για τον προορισμό μας, που δεν είναι άλλος απ’ τον ερειπιώνα του μαρτυρικού χωριού, της απροσκύνητης, της αντάρτισσας, «Άγιας Κυδιάντας».




Σα φτάσεις στην πανέμορφη Λαγκάδα και γυρίσεις πλάτη, στις λάγνες και απατηλές προκλήσεις της πλανεύτρας θάλασσας, θα δεις μπροστά σου μια μικρή πράσινη πινελιά σε σχήμα ελαιόδεντρων. Μια πατημασιά καλλιεργήσιμης γης, με την βαρύγδουπη ονομασία… Κάμπος! Λίγο πιο πέρα, εκεί που σταματά η γη, ορθώνεται μπροστά σου απειλητικά σαν τον Κέρβερο, τον φύλακα της πύλης του Άδη, μικρός οικισμός, τ’ Αγρελωπό! Από δω και πέρα ξεκινά ο ανήφορος ή ποιο καλά, ο Γολγοθάς.  Τριγύρω σου άγονες κλεισούρες. Κρανίου τόπος. Δεν θα πρέπει να ψάξεις σε άλλο τόπο της Χιός, για να βρεις τα αρχαία Καύκασα! Ένας στενός ανηφορικός δρόμος, φτιαγμένος άλλες εποχές, με πολύ κόπο, ιδρώτα και αίμα σε παίρνει από τη ζωή και σε φέρνει σε άλλη διάσταση. Όλα εδώ σε φοβίζουν. Ακόμα και το άκουσμα των  τοπωνυμίων σου φέρνουν ρίγη. «Άγριος ή Κακός ποταμός». «Μακελόγκρεμα».  Ακόμα και τ’ «Απόθεμα» σε κάνει να νοιώθεις τον κόπο της αβάσταχτης πεζοπορίας και πως εδώ πρέπει να πάρεις μια ανάσα. Να ξαποστάσεις. Η ερευνητική ματιά, αγωνιά να βρει στους τριγύρω πέτρινους γίγαντες μια σπιθαμή γης. Απελπισία. Εδώ είναι ο τόπος της γύμνιας. Ο τόπος των μαρτυρίων και των παθών.
Κοιτάς απορημένος κι αναρωτάς να μάθεις αν εδώ έζησαν ποτέ άνθρωποι. Προτού ρωτήσεις, μετανιώνεις για το άστοχο της ερώτησης. Την απάντηση τη δίνουν οι αμέτρητες πεζούλες με τις ξερολιθιές. Αγώνας και ανάγκη ανθρώπων να ζήσουν σε αυτά εδώ τα κακοτράχαλα βουνά. Σε τούτον εδώ τον κακορίζικο τόπο! Έργα ανθρώπων σκληρών κι απροσκύνητων. Ανθρώπων περήφανων  καθ’ εικόνα και ομοίωση, με τους βράχους και τα απάτητα βουνά τους.
Σαν ήτανε παιδιά, αντί για παραμύθια τους μάθαιναν πως εδώ πάνω, στα «Σπάρτινα» και στο «Ρημόκαστρο», χτίσθηκε η πρώτη στον κόσμο ελεύθερη πολιτεία των σκλάβων, που με αρχηγό τους τον Δρίμακο, οροθέτησαν τον πρώτο παγκοσμίως καταγεγραμμένο κοινωνικό ξεσηκωμό, όπως μας ιστορεί ο Νυμφόδωρος ο Συρακούσιος.
Κάποια χρόνια  μετά, νέος  ξεσηκωμός  αυτή  τη φορά εναντίων των Περσών. Η ναυμαχία της Λάδης κι η ύπουλη αδελφική επιδρομή του Ιστιαίου στα Κοίλα. Οι «Σωροί της Γριάς», διάσπαρτοι παντού εδώ κοντά, δε θα είναι τίποτα άλλο από βάσανο και κολαστήριο ανθρώπων που χρόνια μετά, τα ονόμασαν, «καταναγκαστικά έργα».           
Τα άγρια θηρία δε σταμάτησαν ποτέ  εδώ, να κυνηγούν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους. Είχανε μορφές ανθρώπων κι άλλαζαν μόνο τα ονόματά. Τη μια, τους έλεγαν Άραβες. Την άλλη Φράγκους, Γενοβέζους, Βενετσιάνους ή Καταλανούς. Άλλες φορές τους λέγανε Αλτζερίνους  ή Τούρκους, μ’ ένα όνομα γενικά, «άπιστους»! 
Τόποι μαρτυρίου τα «Κοίλα», η «Χορεύτρια», η «Άγια Κυριακή». Μια ζωή, στο «περίμενε το κακό», μ’ ένα ραβδί, ένα μπόγο με το λιγοστό βιος κι ένα μικρό παιδί παραμάσχαλα, να ξεκόβεις,  ν’ αλαργεύεις των ομματιών σου. Μακριά.  Η συμφορά, δεν έχει ποτέ σταματημό!
Ήρθανε πάλι μαύρες μέρες πόνου αφανισμού και θλίψης. Στο μεγάλο ξεσηκωμού του γένους, σαν που τα γράφει ο ναύαρχος Τομπάζης, ετούτοι εδώ οι άνθρωποι, μαζί με τους Βρονταδούσους ήταν οι μόνοι που άκουσαν κι απάντησαν στο σάλπισμα της λευτεριάς και το πλήρωσαν ακριβά.
Πριν προλάβουν να πουν «Δόξα τω Θεώ», η γη συθέμελα σείστηκε και ταράχτηκε. Η γη σχίστηκε. Ήρθε ο μεγάλος, ο δεύτερος χαλασμός!
Περάσανε και φύγανε. Τούρκοι, πείνα και Γερμανοί, για να ακολουθήσει ο αδελφοκτόνος σπαραγμός. Δεν ήταν πως κόπηκαν κόκκινες παπαρούνες  και ζωές, μόνο και μόνο για τις ιδέες τους από χέρι αδερφικό, γιατί λέει, οι άλλοι ήθελαν να λάμπει πάνω από το χωριό «ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης».
Το φρικτό είναι πως τότες χτύπησαν πισώπλατα και την «Άγια Μάνα Πατρίδα» κι η Κυδιάντα χάθηκε παντοτινά! Παντού Σταυροί, μόνο σταυροί...
 Πριν λίγα χρόνια, υπακούοντας στο κάλεσμα της ψυχής, μια χούφτα ανθρώπων άσημων και ταπεινών, δώσαμε λόγο τιμής κι υπόσχεση, κάθε Μεγάλη Παρασκευή, το χάραμα του φωτοδότη να μας βρίσκει στο «χωριό». Σκοπός μας, η σπορά ελπίδας για ζωή.  Η ανάδειξη μνήμης και απόδοση τιμής σε αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του, που από καιρό έπαψαν να ζουν εδώ. Καταφέραμε αυτές τις μέρες, να δηλώνουμε «παρών», ενωμένοι σα μια ψυχή. Όλοι εμείς. Παιδιά, εγγόνια, ανθρώπων των καιρών του μίσους, της οργής και της συμφοράς. Όλοι μαζί, αγαπημένοι, πιασμένοι χέρι-χέρι. Απόγονοι  θητών, θυμάτων, μα και του «Ισκαριώτη». Σφιχταγκαλιασμένοι, με μια φωνή, στέλνουμε στις εσχατιές του κόσμου, μήνυμα αγάπης και ομόνοιας. Διαλαλούμε ευαγγελιζόμενοι έναν κόσμο καλύτερο χωρίς φόβους, μίση και πάθη.
















Κόντρα στην παγκοσμιοποίηση, τονίζουμε την ταυτότητά μας, την αέναη συνέχεια ηθών, εθίμων, γλώσσας, καταγωγής, συγγένειας κι ότι άλλο μας ενώνει, από αυτόν εδώ τον ρημαγμένο τόπο και τους ανθρώπους του. 
Αποβραδίς Μεγάλης Πέμπτης, η σκέψη όλων είναι στραμμένη στο αύριο. Νωρίς, με το χάραμα της πιο «μεγάλης ημέρας», οι μύστες της ιδέας νοιώθοντας την έλξη του σκοπού,  ξεκινάν ανηφορίζοντας το δρόμο. Αυτό σημαίνει την έναρξη των ετήσιων «δρώμενων της Κυδιάντας».
Λίγα, άγρια πούλουδα της άγιας γης, θα ’ναι το μοναδικό στόλισμα της συμβολικής ταφής του Πανάγιου, του Ταπεινού, Θεανθρώπου.
Μέσα στους πολλούς συμβολισμούς, αυτών των λίγων, μα δραματικών ωρών, η πορεία προς την εκκλησιά του βιγλάτορα Άγιου Γιάννη, συμβολίζει ανάγκη γνώσης ταυτότητας.
Επιστροφή στις ρίζες μας, στις προαιώνιες κοιτίδες των γενεών μας. Οι κτύποι της καμπάνας του  Άγιου Ερημίτη, συμβολίζουν το ελπιδοφόρο κάλεσμα γνώσης για ανάμνηση πατρίδας και ανθρώπων. Άνδρες γυναίκες και παιδιά, θα ετοιμάσουν την εκκλησιά. Θα φροκαλίσουν. Θα ανάψουνε καντήλες και κεριά.  Αφού σταυροκοπηθούν με περίσσιο σεβασμό και προσκυνήσουν τις παμπάλαιες θαμπές εικόνες, θα αρχίσουν το στόλισμα του Επιτάφιου και ακολούθως θα αρχίσουν οι πένθιμες ωδές του Επιτάφιου θρήνου. Η κορύφωση του δράματος με τους συμβολισμούς του.
Οδύνη για τα Πάθη του Σταυρωμένου Χριστού. Οδύνη για τους δικούς μας χαμένους στις θάλασσες του κόσμου ή οπουδήποτε αλλού. Οδύνη για τους αδικοχαμένους από χέρι αδελφικό. Οδύνη για την Κυδιάντα και για κάθε χωριό που έσβησε και χάθηκε από προσώπου γης. Ταφή Κυρίου ταφή πατρίδας και ταυτότητας. Παράλληλα, ταφή και λήθη σε όσα μας πόνεσαν και μας διαχώρισαν. 
Το σκοτάδι της εκκλησιάς θα το διαδεχθεί ελπιδοφόρο φως  με την έξοδο του επιτάφιου στον αυλόγυρο. Συμβολικά κι αισιόδοξα το καθάριο φως, πάντα θα διαλύει το σκοτάδι και τα παρελκόμενά του. Ακολουθούν τρεις βόλτες γύρω από την εκκλησιά. Ο πρώτος γύρος είναι αφιερωμένος, στην αόρατη κουστωδία που μας ακολουθεί αντάμα, κατά βήμα. Σε όλους αυτούς που κάποτε έζησαν εδώ μα έφυγαν για το μεγάλο τους το ταξίδι. Ο δεύτερος γύρος, είναι η δικαίωση για όλους εμάς που ζούμε και συμμετέχουμε στα δρώμενα της Κυδιάντας. Ο τρίτος  γύρος, ανήκει στην ελπίδα. Στην διαδοχή, στους ερχόμενους, τους ανθρώπους της  αύριον. Στην τελευταία βόλτα γύρω από την εκκλησιά, ο εσταυρωμένος παραδίδεται σε ένα μικρό παιδί,  αισιόδοξο μήνυμα ελπίδας για συνέχεια. Όταν η κουστωδία των ζωντανών αντικρίσει την αντίπερα ακτή με τις χαμένες πατρίδες, συμβολικά ο σταυρός υψώνεται στην μνήμη των ομόδοξων ψυχών που μένουν αλειτούργητες εκεί.

















Οι τρεις  βόλτες γύρω από την εκκλησιά  πέρα από την τριήμερη Ταφή και Ανάσταση, συμβολίζει τον αναπόσπαστο κορμό της Πατρίδας, της Εκκλησιάς και του Λαού.
Σαν τελειώσει η περιφορά, στιβαρά ή τρεμάμενα χέρια συνταξιούχων ναυτικών, σηκώνουν τον επιτάφιο ψηλά για να περάσει το εκκλησίασμα από κάτω, συμβολίζοντας ότι όλοι οι θνητοί τυγχάνουν της προστασίας της Θείας Σκέπης.                                                  Προσμένοντας Ανάσταση Χριστού, προσμένουμε ανάσταση αδελφών, αγαπημένων, αλλά κι επιστροφή ανθρώπων. Ξαναζωντάνεμα πατρίδας.                                                                   
Η έλλειψη ιερέα, συμβολικά, δείχνει  ότι εάν θέλεις να κάνεις κάτι καλό, τίποτα δε σε σταματά.
Εμπρός λοιπόν, άνθρωποι με καταγωγή από κάθε εγκαταλελειμμένη γωνιά της Ελλάδας. Ορίσετε την Μεγάλη Παρασκευή  σαν ημέρα μνήμης του ρημαγμένου σας χωριού. Ανοίξτε την εκκλησιά του και με μια σύνοψη και ένα αγιοκέρι χαρίστε του ζωή και μνήμη.
Στην αντίπερα πλευρά του χωριού, το μνημείο της Εθνικής Αντίστασης δηλώνει θυσία ανθρώπων που χάρισαν τη ζωή τους για ένα κόσμο ορατό. Στην αποδώ πλευρά κάτω από την εκκλησιά υπάρχουν τα οστά αυτών που μαρτύρησαν για την πίστη τους και ένα κόσμο ιδεατό. Είναι αυτοί οι αγνοί, οι αθώοι που ζουν για την εκκλησία και όχι από την εκκλησία! Πάντα αντίθετες παράμετροι.
Μεγάλωσα πολύ, για να καταλάβω ότι όσο θα υπάρχουν άνθρωποι και αντιθέσεις, ο Χριστός θα ξανασταυρώνεται.
Το τέλος του κόσμου θα έλθει μόνο, όταν κάποια εποχή, «εις τους αιώνας των αιώνων», οι άνθρωποι θα σταματήσουν να σταυρώνουν και να  σταυρώνονται. 
Αμήν.










Για το Περιοδικό '' ΔΑΦΝΗ ''




Του Εκλεκτού Φίλου Εκδότη 




κ. Βαγγέλη ΡΟΥΦΑΚΗ 




Από τον ΔΑΦΝΩΝΑ της ΧΙΟΥ











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου