'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΛΑΓΚΑΔΟΥΣΙΚΕΣ ΠΑΡΟΛΕΣ

         








* Άνθρωπε, τι φαντάζεσαι, με τα βουνά θα ζήσεις; Αφού θαρθεί κάποια στιγμή, τα μάτια σου να κλείσεις.

Βρε Μιχάλη, βρε Μιχάλη του κακού καιρού κεφάλι.

* Εγέρασα μωρέ παιδιά κι’ ασπρίσαν τα μαλλιά μου, μα γνώση δεν εκράτησα για τα γεράματα μου.    
* Έχε τους πόδας σου ζεστούς, την κεφαλή σου κρύα. Τον στόμαχο σου αλαφρύ γιατρού μην έχεις χρεία.

* Μεσ’ του θανάτου τις πληγές βότανα δε χωρούνε. Ούτε γιατροί, γιατρεύουνε, ούτε  Άγιοι βοηθούνε.

* Όλες του Μάη φύλαγε και τ’  Απριλιού τις δέκα. Αν πεις και στις δεκαοκτώ, πέρδικα ψόφησε στ’  αυγό

* Όμορφη πούσαι μάτια μου, σαν του παπά το ράσο, κι ‘όταν γυρίσω να σε δω, μου ‘ρχεται   να ξεράσω.    
* Γεια σου βρε Γιώργη φιρφιρή πούχεις μιαν πούτσα σαν σφυρί.   

* Οπού χει κόρη όμορφη, του Μάρτη  ήλιος μη την δει. Μη την δει, μην την μαυρίσει, μη την ροδοκοκκινίσει.

Πέρδικα που κακαρίζεις είντα τρως και κοκκινίζεις ; Έτρωγα το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι.

* Ρώτησαν τον λύκο γιατί είναι ο σβέρκος του χοντρός κι’ αυτός απάντησε «Γιατί κάμνω τις δουλειές, μόνος μου».

* Πριν το βούδι το σχοινί.

* Τα’ αγγειά, γίνανε θυμιατά και τα σκατά λιβάνι και των ανθρώπων τα παιδιά εγίνανε γαδάροι.

* Την κουνώ και δεν κουνεί. Της μιλώ και δεν μιλεί. Ανθή πα στο διάολο η μανή.                                    
   



Λαγκαδούσοι του Ναυτικού Συλλόγου Κορυδαλλού.
(Σταμ. Ασπρούλης - Δημητ. Καράβολας - + Γιάνν. Μαυρέλος - Κωστής Στ. Τσίγκος - Στέλ.                    Παντ. Χαβιάρας - Μάκης Γρέγος - Γιανν. Σαμιώτης - Μιχ. Καριάμης )
                  *           *            *            *   
Αν γεννηθεί  στη φυλακή, τη φυλακή θυμάται .         
Αν θες να μάθεις είντανε τα ξένα, τον πατέρα σου ρώτα και μένα. 

Από Αγιάσο και Πλουμάρι, ούτε γυνή ούτε μουλάρι. 
Απόπου  θε ο τσουκαλάς, κολλά τ’  αυτιά του τσουκαλιού. 

Από το πολύ το λέγε – λέγε, τόνε κάμνει ότι θέλει. 

Δίπλα το φεγγάρι ; Ολόρτος γεμιτζή

Δώστα κάτω που τα πας, παράταμαι  και τρέχα. 

Εγώ στραβώνω και πουλώ, κι εσύ βλέπε και αγόραζε. 

Εδώσανε του χωριάτη αυγό  κ’ εγύρεψε αλλάτι. 

Είδες μάνα κακομοίρα; Δες παιδιά κακόμοιρα ! 

Εκεί που στέκεις, έστεκα. Εδώ που είμαι θάρτεις; 

Εμούρωσενε o τσισμένος.     

Έπεσε το λάδι μας, μέσα στο τσουκάλι μας. 

Εσύ κακό χερόβολο μα εγώ κακό δεμάτι. 

Έχει ο καιρός γυρίσματα να πληρωθούν τα κρίματα. 

Και το γδι Νικολή. 

Καρδιά ειν κ’ ευτή και σπουρδά. 

Κλέφτης άπιαστος, μέγας αφέντης. 

Κουδούνια έχει η κουδουνού, αλλού λαλούν κι αλλού βροντούν. 

Μαμ – Φαΐ – κακά και νάνι.

Μη με ντέλεις μουζαβίρη.

Μη με αγκυλοχεύεις. 

Μπούτσοσε το  έδευτου. 

Να βάλει ο κλέφτης τις φωνές να φοβηθεί που χάσει. 

Ο βουβός γαμεί τον στράνιο. 

Ο Θεός, αστράφτει και βροντά και πάλι ξαστερώνει. 

Ο νέος θέλει κλάματα και ο γέρος την τιμή του. 

Όλοι οι Χιώτες μια γενιά.

Όποια μικρομάθει, δεν γεροντοχάνει. 

Όποιος βρίσκει και γαμεί, τύφλες του και αν παντρευτεί.

Όποιος πεινά, φούρνους θωρεί και όποιος διψά, βρυσούλες. 

Όποιος χαλά και χτίζει ποτέ του δεν καθίζει. 

Όπου πατά και το φτυάρι. 

Όσο κάθεται ο κερατάς τα κέρατα του μεγαλώνουν.

Ούτε άνθρωπος μαρέσει, ούτε ανθρώπου αρέσω.

Παλιός γάδαρος, καινούρια στράτα ε μαθαίνει. 

Πέσε πίτα να σε φάω. 

Πιάσε με αλά  μπρατσέτα.                           

Ρωτώντας πας στην πόλη. 

Στυφοτσικουρίδα ίδια σα φαρμακολειτουργιά.

Τα κρυφά και τα απόκρυφα, μόνο ο νοικοκύρης και ο Θεός τα ξέρει. 

Τα παιδιά μου να θραφούνε κ’  οι δουλείες μου να σταθούνε.

Το γουδί το γουδοχέρι και τον κόπανο στο χέρι.

Το δουλευτή σου πλήρωνε και ψυχικό μη  κάνεις.

Το δώρο δεν δωρίζεται  και αν δωριστεί, γνωρίζεται. 

Το στραβό το ξύλο, η φωτιά το σιάζει .

Τον ανάλατο τον βρίσανε.Τον αλμυρό τον δείρανε.

Τον φίλο τον διαλέγεις. Τον συγγενή τον   ανέχεσαι.  

Του κόσμου τα περίγελα,  περιγελούν τους άλλους.   

Τσιτσί ποπό. 

Υστερινοίμετανιωμοί, νεκρούς δεν ανασταίνουν. 

Φτύνεις τον ουρανό ;  Στα μούτρα σου θα πέσουν. 

Χάρε , χαρά που μούφερες. 

Χέζετε , τρώτε και έχουμε.

Χέρι που δεν πιάνει, τόπος δεν αδειάζει.   Ω, που να κάτσουν οι σφήκες στον κώλο  σου. 

Ω που να φας την σκουρδούλα και τον περίδρομο     

Ώρας δουλειά, χρόνου μελέτημα .    

Α πέσουμενε μύτη - κώλου   



Λαγκαδούσαινες  του Ναυτικού Συλλόγου Κορυδαλλού  (Ευαγγ. Τσίγκου - Αθανασια Μπατίδη  Γρέγου - Λέλα Πεπόνη - Αργεντ. Καράβολου (Συκιάδα) - Στέλλα Κουιμάνη (Βίκι) - Ματούλα Φύκαρη (Καρδάμυλα) - Φωτεινή Ζουμίδη - Καριάμη - Καθήμενη η κ. Τζένη Σαμιωτη )

(Με την ευγενική φροντίδα και βοήθεια των κυριών  : Ευαγγελίας Χαβιάρα – Τσίγκου  , Φωτεινής Ζουμίδη – Καριάμη και του κυρίου Κωστή Στεφ. Τσίγκου)

Και κάτι τελευταίο Φίλες και Φίλοι μου «Ο κόσμος δεν είναι πλασμένος όπως θέλουμε εμείς. Σύμφωνα με τα δικά μας θέλω και  λογική. Είναι φτιαγμένος όπως είναι και ακολουθεί δικούς του κανόνες και ρυθμούς.»  


Μιχάλης Γ. Καριάμης

Συνταξ. Πλοίαρχος Ε.Ν 



                                                                                                                                                                                                  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου