'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ ΣΤΗΝ ...ΚΥΔΙΑΝΤΑ













Από μικρό παιδί με είχε μάθει να την αγαπάω σαΝ δεύτερη μου Μάνα. Τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, τα καλοκαίρια μου τα πέρναγα στην Κυδιάντα. Το χωριό τότε ψυχορραγούσε, έπνεε τα λοίσθια του. Δεν συνήλθε ποτέ από τα τραύματα του εμφύλιου σπαραγμού. Την αλλαγή τρόπου  ζωής και την αστυφιλία. Οι λιγοστοί άνθρωποι που ζούσαν, ήταν πρώτα ξαδέλφια της Μάνας μου. Τους αναπολώ όλους με νοσταλγία. Τη θεία Παράσχο την Μπουλαδού . Τη Χάρη  και την Σοφία. Τους θείους Μιχάλη «τηγανίτα». Γιάννη τον «κουφό», Λυσσαίο τον  «Λόρδο» , Σιδερή . Τον «Μπούρλη» και τον «Τηγανίτα» Τον παπά Νικόλα, τον μπάρμπα Σταματέλο Την άμια Τσεβδέλα. Την συμπεθέρα την Αμαλία την Άμια Σεβαστή την Τράτσαινα και την κυρά Σοφούλα. Στα παιδικά μου μάτια φάνταζε μέγας ο Μπάρμπα Μιχάλης Χαβιάρας σαν έμπλεκε τα καλάθια και τις κοφίνες του.


]
Ανθή  Γ. Καριάμη σε στιγμές χαράς 

Όλα καλά – Άγια και απροβλημάτιστα. Η μίζερη λόγω των εποχών ζωή μας, κυλούσε όμορφα στην παραδείσια γη, Οι άνθρωποι κάθε μέρα και ποιο λίγοι . Τα φρουτόδεντρα γεμάτα καρπούς. Και τι δεν είχε αυτός ο τόπος , κυδώνια, νεράμπουλες, κορακάκια, αχλαδιές, ροδιές, συκιές τσικουδιές, συκαμινιές αμυγδαλιές και αμέτρητες ζαρταλουδιές. Είναι αυτό που λένε «Πολλά καλά στην έρημο». Νωπή παραμένει ακόμα η γεύση της μουζήτρας του μπάρμπα Σταμάτη «Σαμιώτη» Γεωργούλη  της πιο όμορφης που έφτιαχνε χέρι ανθρώπου. 


Δροσιά Φερεντίνου και Ανθή Καριάμη στην Κυδιάντα  

Το μόνο που φόβιζε εμένα το «Κορυδαλλιωτάκι» ήταν τα αμέτρητα φίδια οι λιλικιές και οι κόκκινες σφήκες της γης. Απερίγραπτη η χαρά μας, σαν εντοπίζαμε κάπια σφηκοφωλιά. Βουρ να την καταστρέψουμε και μετά να με άνυδρα ντοματάκια στην κεφαλή και όπου αλλού μας είχανε «σμαρώσει» τα εξαγριωμένα έντομα. Και καλά όλα αυτά, πες πως τα παραβλέπεις. Αμ το άλλο...... Αυτό δεν το χώνεψα και δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Τρέχανε ξυπόλυτα τα «Μπουλαδάκια» τα «τηγανιτάκια» και τα «λορδάκια» και εγώ πάντα με  «ελβιέλα». Αυτοί τρέχαν και σκαρφάλωναν σαν δαιμόνοι , αντίθετα εγώ στο πρώτο για το δεύτερο βήμα θα με σταματούσε κάποιο αγκάθι ή τριβόλι η ακόμα ποιο σοβαρό , κάποιο «πετροζούλημα». Δεν άντεχα το χαχανητά ή τον οίκτο των ξαδερφιών μου. Τα βράδια, στρωματσάδα στις αυλές κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό, ακούγαμε ιστορίες για «σφαντά» και «γελούδες», ώσπου να κλείσουν τα παιδικά μας μάτια. Και να συνεχιστεί η ιστορία στα όνειρα. 


                           η Επιμνημόσυνη δέηση 


Κάποτε όλα αυτά τέλειωσαν. Μας «διαγούμισαν» άλλοι βρεθήκαμε στις γειτονιές του Πειραιά, για στο «κουτσουκάρι». Άλλοι στο Αγρελωπό  μα οι πιότεροι  στη Λαγκάδα. Η Μάνα μου, όμως έμενε προσηλωμένη  με τα μάτια και τη σκέψη, στραμμένη στην Κυδιάντα. Ποτέ της δεν αγάπησε την Λαγκάδα , ούτε τον είδε σαν τόπο της. Για κακοτυχία της θεωρούσε την διαμονή της κει, Όποτε ερχόμαστε στη Λαγκάδα, πάντα θα με ρωτούσε κρυφά «Γιε μου, πότε θα πάμε στο χωριό...;» Μεγάλωσα με ιστορίες και συμβάντα ιστορημένα από το στόμα της. Με πότισε και με μπόλιασε με την αγάπη της. Με έκαμε ιστορικό ... κήρυκα και υμνητή της. Με άμαθε να «Αγαπώ» την Κυδιάντα και εγώ την Λάτρεψα. Την καθαγίασα στη σκέψη και τα γραπτά μου. «Άγια Κυδιάντα» γράφω και την αποκαλώ. Όταν οι Χιώτες όλοι ξέχασαν την ύπαρξη, ακόμα και το όνομα της, εγώ  ο ταπεινός εγγονός της το έκαμα γνωστό στα πέρατα του κόσμου με τα «Δρώμενα της Κυδιάντας».



Αυτά σκεπτόμουν κατά την διάρκεια της επιμνημόσυνης δέησης στον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου της Κυδιάντας, σήμερα το πρωί.  Πριν έξι μήνες, μας άφησε για το «Μεγάλο» το «Στερνό» της ταξίδι. Το μυροβόλο και ανάλαφρο χώμα του νησιού μας δεν κράτησε για την σωρό της. Ήταν επιθυμία της να ταφεί στον Κορυδαλλό. Κοντά στο σπίτι της το Γ’  Νεκροταφείο.  Αυτό και κάναμε υπακούοντας στην επιθυμία της. Κοινή απόφαση δική μου και της Συζύγου μου τα «εξάμηνα» της να ψαλθούν στον τόπο και στον ιερό χώρο που λάτρεψε. Πλαισιωμένος  από τη σύζυγο μου Φωτεινή. Τον γιο μου Γιώργη. Τον γυναικάδελφο μου Σταμάτη Ζουμίδη, μετά της οικογενείας του. Αδερφικούς μου φίλους σαν το σεβαστό κ. Γεώργιο Διλμπόη. Τον Βαγγέλη Ρουφάκη, Τον Γιώργο Ν. Μπαχά και την μητέρα του, κ Αγγέλα, εξαδέλφης της θανούσης. Μέλη της οικογένειας. Φίλες και συγχωριανές της, τιμήσαμε τη μνήμη της, υπακούοντας στα δικά μας κελεύσματα. Η επιμνημόσυνη δέηση και λειτουργία του καλλικέλαδου ιερέα της Λαγγάδας, πνευματικού Πατέρα και φίλου μου, πρωτοπρεσβύτερου Δημητρίου Πύρρου , βοηθουμένου υπό των ψαλτών κκ Λάμπρου   και Κωνσταντίνου Τσίγκου θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη όσων παραβρέθηκαν . Μετά το πέρας της λειτουργίας ακολούθησε το πατροπαράδοτο κέρασμα.

Γ. Διλμπόης - Β. Ρουφάκης - Μ, Καριάμης - Γ. Μπαχας - π. Δ. Πύρρος - Γ. Καριάμης

Υποχρέωση και χαρά μου, δημόσια να ευχαριστήσω όλες και όλους , φίλες, φίλους , συγγενείς και συγχωριανούς οι οποίοι  τίμησαν την μνήμη της με την παρουσία τους

Μιχάλης Γ. Καριάμης
Πλοίαρχος Ε.Ν





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου